Airetikos on Air: Σ. Πέτρουλας: 21 Ιούλη 1965 - 21 Ιούλη 2012

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Σ. Πέτρουλας: 21 Ιούλη 1965 - 21 Ιούλη 2012



Ο Σωτήρης Πέτρουλας εγγράφεται στο Δημοτικό Σχολείο της περιοχής Ακαδημίας Πλάτωνος και ταυτόχρονα αρχίζει να εργάζεται και να μπαίνει στα βάσανα της καθημερινής βιοπάλης. Τελειώνοντας το Δημοτικό το 1954 εγγράφεται στη Μέση Εμπορική Σχολή Εμποροϋπαλλήλων Αθηνών στην πλατεία Μητροπόλεως, και μετά από τη φοίτηση τριών τάξεων εγγράφεται στη Μέση Εμπορική στην πλατεία Κουμουνδούρου, την οποία και τελειώνει το 1960. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια εξακολουθεί να εργάζεται και παράλληλα να είναι άριστος μαθητής και να συμμετέχει στο μαζικό μαθητικό κίνημα.

Η τελευταία χρονιά της μαθητικής του ζωής αποτελεί βασικό σταθμό της ζωής του. Μαζί με άλλους συμμαθητές του αρνείται να γράψει έκθεση με σοβινιστικό και αντιλαϊκό περιεχόμενο. Συνειδητοποιεί την ανάγκη της οργανωμένης πάλης και εντάσσεται στην οργάνωση της Νεολαίας της ΕΔΑ. Τον Οκτώβρη του 1960 ύστερα από εξετάσεις εισάγεται στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή παίρνοντας υποτροφία 12.000 δραχμών και αρχίζοντας έτσι τη φοιτητική του σταδιοδρομία που δεν έμελλε να την ολοκληρώσει.

Γρήγορα μέσα από την καθημερινή του δραστηριότητα αναδεικνύεται σαν ένα από τα πιο συνεπή και συνειδητά στελέχη του φοιτητικού κινήματος και γίνεται στέλεχος της Ν. ΕΔΑ, εκλεγμένος από τους συναδέλφους του αναλαμβάνει την καθοδήγηση της οργάνωσης της Ανωτάτης Εμπορικής ως γραμματέας της. Στους αγώνες για το 114 και το 15% αποτελεί ένα από τα βασικά καθοδηγητικά στελέχη. Τον Ιούλιο του 1962 είναι επικεφαλής ενός συνεργείου που υψώνει τη σημαία του 114 στην Ακρόπολη, στο Υπουργείο Βιομηχανίας και το Πανεπιστήμιο.Από τον Αύγουστο του 1962 επιχειρεί μια αξιολόγηση της μέχρι τότε πολιτικής των προοδευτικών δυνάμεων και ξεκινάει μια νέα προσπάθεια πιο έντονη από κάθε φορά για να ολοκληρώσει την ιδεολογική του συγκρότηση. Μετατρέπεται σε ένα πρότυπο νέου αγωνιστή που δεν κάνει διάκριση μεταξύ υποκειμενικής και αντικειμενικής ζωής. «Πάλευε και μάθαινε, μάθαινε και πάλευε». Είναι η κατευθυντήρια πολιτική του φιλοσοφία. Στις εκλογικές εξορμήσεις της ΕΔΑ του 1963-64 παίρνει ενεργό μέρος στο σπάσιμο της τρομοκρατίας με τις περιοδείες των πούλμαν των νέων δημοκρατών στις επαρχίες. Αν και διαφωνούσε με τη συγχώνευση της Νεολαίας της ΕΔΑ με τη Δημοκρατική Κίνηση Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης και θα ασκήσει έντονη κριτική στις πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές της ΕΔΑ, θα προσχωρήσει στη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, και θα πάρει μέρος στο πρώτο της Ιδρυτικό Συνέδριο το Μάρτη του 1965 για να δολοφονηθεί λίγο αργότερα αγωνιζόμενος για τη Δημοκρατία στη μεγάλη διαδήλωση της νεολαίας της Αθήνας στις 21 Ιουλίου 1965.

Η κηδεία του Πέτρουλα στις 23 Ιούλη, μετατρέπεται σε τεράστια διαδήλωση με μια ανθρωποθάλασσα να ακολουθεί την πένθιμη πομπή από το σπίτι της οικογένειας στον Κολωνό ως το Α’ Νεκροταφείο. Ο Σωτήρης Πέτρουλας μπήκε στο πάνθεον των ηρώων και μαρτύρων του λαϊκού μας κινήματος αποτελώντας από τότε σύμβολο για τους αντιιμπεριαλιστικούς και αντιφασιστικούς αγώνες του λαού και της νεολαίας.

Η δολοφονία


Ήταν συγκεντρωμένοι στα Προπύλαια, με τις σημαίες, τα λάβαρα και τα πανώ τους, σκεπάζοντας κατάστρωμα και πεζοδρόμια, δέκα χιλιάδες αγόρια και κορίτσια, ο ανθός του τόπου, η ελπίδα του αύριο.
Χιλιάδες στόματα ζητούσαν με μια φωνή "Εξω οι δούλοι της Αυλής. Κάτω οι προδότες. Δημοκρατία”.Άξαφνα η λαοθάλασσα έπιασε να βαδίζει αργά, πυκνή και τρικυμισμένη για την οδό Κοραή ή ν’ ανεβαίνει την Πανεπιστημίου προς την πλατεία Συντάγματος.

Ένα κορίτσι φώναξε: "Στη Σταδίου ρίχνουν αέρια, τα τέρατα!”. Κι άρχισε ο πανικός. Την ίδια στιγμή, από πολλές μεριές, μεγάλες ομάδες αστυνομικών ρίχνονταν πάνω στα πλήθη που σκορπούσαν, και τυφλά μανιασμένα κατέβαζαν πάνω στα κεφάλια τους τα κλομπς. Όποιος έπεφτε χάμω δεν εύρισκε λύπηση. Τον κλωτσούσαν, τον ποδοπατούσαν μες τους καπνούς των δακρυγόνων.
 
Π2
"Τούμπα δολοφόνε, Μητσοτάκη Αλ Καπόνε”
"Η Αθήνα καίεται, κατάρα στους προδότες”
Σα μακρινός απόηχος έφταναν οι κραυγές των σπουδαστών, πότε από την Ομόνοια, πότε από την Ακαδημίας, πότε από το Σύνταγμα. Είχαμε πράγματι σκοτωμένους; Γιατί αυτή η βάρβαρη επίθεση, αφού η συγκέντρωση διαλυόταν ειρηνικά; Ήταν η αντεκδίκηση της Δεξιάς στη θριαμβευτική κάθοδο του Παπανδρέου προχτές;
Τίποτε, είχαμε ξαναμπεί στον αστερισμό του παρακράτους και της τρομοκρατίας, το ίδιο που πριν δύο χρόνια δολοφόνησε τον Λαμπράκη. Πάνω από τη χαμένη άνοιξη μετεωριζόταν τώρα ο γύπας του πραξικοπήματος έτοιμος να ριχτεί και να σπαράξει τον τόπο.
"…Εκείνο το βράδυ μου τηλεφώνησε πως θα αργούσε. Ασυναίσθητα προέτρεψα τ’ αδέρφια του να φάνε και να ξαπλώσουν. Όμως εκείνα τον περίμεναν. Περιμένοντάς τον, λαγοκοιμήθηκα. Ξάφνου το κουδούνι χτύπησε δαιμονισμένα. Ήταν από την χωροφυλακή. Τι να ήθελαν τέτοια ώρα Παναγιά μου; Ρωτούσαν για το Σωτήρη.

- Μέσα είναι, κοιμάται και τρέχω αλαφιασμένη προς το δωμάτιό του. Η θέα του άδειου κρεβατιού μου πάγωσε την καρδιά. Κάτι κακό συμβαίνει.
- Μην πανικοβάλλεστε. Τον έχουν λίγο χτυπημένο σε νοσοκομείο. Να μην διανοείστε ότι θα κάνετε ρούπι από εδώ.
- Μου πήρατε το παιδί και μας κρατάτε και κρατούμενους άθλιοι.
- Πάρτε το όπως θέλετε. Από εδώ δε θα το κουνήσετε.
Σαν αγρίμι στο κλουβί, πληγωμένη από το να μην μπορώ να δω τ’ αγόρι μου. Η ώρα προχώρησε. Αυτή τη φορά άνθρωποι της ΕΔΑ πέρασαν το κατώφλι του ανήσυχου σπιτιού. Έκαναν πως δε γνώριζαν, όμως το κακό το μήνυσαν στον άνδρα μου. Εγώ αγνοούσα τα πάντα.
Σε λίγο η Αστυνομία μας οδηγεί στην Ασφάλεια. Τέτοια εντολή είχαν. Τίποτα παραπάνω. Μα πως να ησυχάσω στο τζιπ; Να σου στερούν το ακριβοπαίδι σου, να μην ξέρεις που βρίσκεται το σπλάχνο σου, πως να είναι, χτυπημένος, μονάχος;
- Που μας πάτε επιτέλους; Δεν φτάνει που μας πήρατε το παιδί, μας θέλετε και κρατούμενους;
Στο τμήμα, μας φέρανε γλυκό. Ακούς γλυκό κανταΐφι στις 04:00 τα μεσάνυχτα. Εγώ δε θέλω γλυκό, τους λέω, τρίψτε το στα μούτρα σας, εγώ θέλω το γιο μου. Αρπάζω όποιον βρίσκω μπροστά μου και λέω: βρε παλιόσκυλα, σκοτώνετε τα παιδιά του λαού με πενταροδεκάρες. Μάνα δε σας γέννησε κι εσάς, μάνα δεν κλαίει για σας;
Την ίδια ώρα στο γραφείο του Καραμπέτσου (αρχηγός Αστυνομίας) πιέζουν τον άντρα μου να υπογράψει ότι ήταν ατύχημα.
Και υπογράφει…

Φόνος εκ προ μελέτης

-Είμαστε πρόθυμοι να διαθέσουμε τα έξοδα της κηδείας.

Παιδί μου, λεβέντη μου, αηδόνι και λιοντάρι.

Κακούργοι, καταραμένοι να’ στε..”
Σκότωσαν το Σωτήρη.
-Τον πήγαν στο Νεκροτομείο. Οι μπάτσοι έχουν ζώσει την περιοχή και δεν αφήνουν κανένα να πλησιάσει.

"…Κάποιος, ευλογημένος να’ ναι, κρυφά μου μηνύει να τρέξουμε στην Κοκκινιά. Σκοπεύουν να τον θάψουν μόλις βγει ο ήλιος. Τρέχουμε. Ένα μικρό γεροντάκι, παπάς, μας πλησιάζει. Μας δείχνει τον τάφο που πριν λίγο επιχείρησαν να θάψουν το Σωτήρη μου.
- Χριστιανική κηδεία στις 01:00 τα μεσάνυχτα. Δεν έχετε επιτέλους ούτε ιερό ούτε όσιο; Πριν βγει ο ήλιος μου ζητάτε λειτουργία; Ούτε οι Γερμανοί δεν το αποτόλμησαν. Αντίχριστοι. Είχε αντιδράσει καθοριστικά ο παπάς…”
- Το πτώμα του Σωτήρη εξαφανίστηκε από το Νεκροτομείο. Απαγωγή νεκρού, για φαντάσου !
Ο Μίκης όμως μαζί με Μπριλλάκη, Νεφελούδη, Ηλιόπουλο, κινούνται δραστήρια για να σταματήσουν την ταφή και να γίνει νεκροψία με την παρουσία γιατρών της οικογένειας. Διότι λένε υπάρχουν πληροφορίες πως ο Σωτήρης στραγγαλίστηκε. Όλοι στο Νεκροταφείο της Κοκκινιάς.
"…Καψάσκης προς Τούμπα: Κύριε υπουργέ, παραιτούμαι, είμαι εγκλωβισμένος από δικηγόρους. Ο Ηλιόπουλος παίρνει βίαια το ακουστικό.
- Θέλουμε το νεκρό μας στο σπίτι.
- Και που θα τον θάψετε;
- Στον κήπο μου δολοφόνοι, αρκεί να μας τον δώσετε. Να τον χαρώ για τελευταία φορά. Έστω και σιωπηλό.
- Τ’ ακούς Τούμπα; λέει η Μάνα. Φοβάστε το Σωτήρη μου ακόμα και νεκρό;
Π14
- Πάρτε τον λοιπόν αλλά να ξέρετε κ. Ηλιόπουλε ότι αναλαμβάνετε ευθύνες για οτιδήποτε κι αν συμβεί. (απόκριση Τούμπα)
- Εγώ δεν υπογράφω συναλλαγματικές. Ο λαός κλαίει το νεκρό του. Εσείς να προσέχετε πως πορεύεστε…”Μέσα από τις πικροδάφνες μια καθαρή φωνή, γεμάτη οργή και σπαραγμό, έπιασε το μοιρολόι.
Αχ και δεν τους έδωνες μιλιά,
τι δεν εμπόρας καψερό,
είχες τη σφαίρα στο λαιμό,
κι αδέρφι, ω αδέρφι, αδέρφι.

Ο Σωτήρης ζειΚάτω οι δολοφόνοιΈνα ένα τέσσερα.
Λίγο πριν από τις δύο το πτώμα του Πέτρουλα μπήκε στο Νεκροτομείο. Στο μεταξύ είχαν φτάσει κι οι δικοί του. Όταν η μάνα του αντίκρισε τους αστυνομικούς ξέσπασε σε λυγμούς. Καθάρματα. Τι σας έκανε το παιδί μου και το σκοτώσατε;
Πέστε μου, δολοφόνοι. Γιατί σκοτώσατε το Σωτήρη μου;
Ψηφίσματα, διαμαρτυρίες, τηλεγραφήματα. Η Ελλάδα σειέται απ’ άκρη σ’ άκρη. Οι επαρχίες δεν πάνε πίσω από την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη. Δημοτικά Συμβούλια, οργανώσεις, σύλλογοι, συνδικάτα, ενώσεις, οι πάντες.

Η γενική επιφυλακή της Αστυνομίας συνεχίζεται. Πότε θα γίνει η κηδεία κι από που.
Η σκιά του καπνοκοπτήριου πλάκωνε το χαροκαμένο σπίτι, σου καταπλάκωνε και την ψυχή. Το άχαρο κτίριο, με τα σπασμένα τζαμοπαράθυρα θα μπορούσε να είναι το σύμβολο της εγκατάλειψης και της μιζέριας αυτής της φτωχογειτονιάς.
Είχαν τοποθετήσει χάμω το λείψανο μέσα σε φέρετρο με κρυστάλλινες πλευρές ένα ξανθό παλικάρι ψηλό, ένα μέτρο και ογδόντα, είκοσι τριών χρονών λεβέντης πάνω στην καλύτερη ώρα του. Από πάνω του, ορθοί με σφιγμένα δόντια, ο πατέρας, ο αδερφός και δυο άλλοι συγγενείς ή χωριανοί.
Ο χώρος γύρω από το σπίτι γέμιζε νεολαίους, που είχαν πει το τελευταίο χαίρε, μα δεν έφευγαν. Περίμεναν εκεί, και όλη τους η στάση έδειχνε πως θα έδιναν μάχη και θα γινόταν σκοτωμός, αν η αστυνομία επιχειρούσε κι άλλη απαγωγή.
Μέσα στο πλήθος μπορούσες να διακρίνεις πολλούς μυστικούς με πολιτικά. Τους αναγνώριζες από το ύφος, το άγαρμπο κόψιμο της φορεσιάς και πιο πολύ από τα μαύρα μυτερά σκαρπίνια τους.
Κάποιος έριξε την ιδέα να καθίσουμε χάμω σταυροπόδι. Σε λίγο δεν έβλεπες ως ψηλά τον ανήφορο παρά μόνο τους μυστικούς όρθιους. Ήταν κωμικοί στην αμηχανία τους, κοιτάζονταν, πολλοί κάθισαν κι άλλοι έκαναν πως φεύγουν πίσω από το καπνοκοπτήριο.
Κάποιος έπιασε να τραγουδάει από τον Επιτάφιο. Είχε ζεστή σωστά βαλμένη φωνή.

Π4
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες,
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη, γιε, που
αγάπαγες…
Τριακόσια στόματα πήραν χαμηλόφωνα το σκοπό, που υψώθηκε πάνω από τα κεφάλια μας και πέρα από τη φτωχογειτονιά. Τα νιάτα θρηνούσαν τον λεβέντη τους και τη χαμένη άνοιξη, με λόγια που σε σφάζανε.
…και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης.

Η Ματθίλδη έβαλε το χέρι της μέσα στη φούχτα μου. Σουρούπωνε. Ο αέρας μύριζε δυνατά γαρίφαλα και νάρκισσους. Κοίταξα γύρω μου κι είδα πολλά ζευγάρια να κάνουν τη χειρονομία της Ματθίλδης.
Άνοιξη, άνοιξη της νιότης και του κόσμου, μαχαιρωμένη άνοιξη, ως πότε πιά;
Το πλήθος συνέχιζε να φτάνει, καθένας έβρισκε λίγο χώρο και καθόταν αθόρυβα. Ο κύκλος απλωνόταν. Όταν είπαν το στίχο:
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας
ακούστηκε ένας πλατύς αναστεναγμός κι έγινε σιωπή.
Κι ο κόσμος να έρχεται, να μη σταματάει. Χιλιάδες φωνές είχαν πάρει τον Επιτάφιο και χαμηλά – χαμηλά τον τραγουδούσαν. Άκουες λυγμούς κοριτσιών, έβλεπες γέρους να κλαίνε μέσα στο μαντήλι τους.

Σα να πέρασε τις χιλιάδες που ξαγρυπνούσαν ένα κύμα καινούριου σφρίγους. Τα κορμιά στυλώνονταν: "Νικήσαμε!”."Σιγά, σεβαστείτε το νεκρό!”"Ο Σωτήρης νίκησε, ο Σωτήρης ζει!”.
Η Μαλτθίδη μου πίεζε την παλάμη πάνω στην καρδιά της: "Μπράβο του! Κι αυτή τη μάχη την κέρδισε, ακόμη και νεκρός!”.
Κι όταν μπήκε για καλά το πρωινό κι ο ήλιος έπιασε να καίει, ο Σωτήρης ετοιμάστηκε για την τελευταία του κατοικία.
Εικοσιπέντε χιλιάδες συγκεντρωμένοι από νωρίς στον Κολωνό, ξέσπασαν σε ένα πανδαιμόνιο από ζητωκραυγές, χειροκροτήματα, ιαχές και κατάρες, όταν φάνηκε στο κατώφλι το λείψανο.
Ο Σωτήρης ζει !
Π9
 
Ένα δάσος από χέρια πασχίζει ν’ αγγίξει για τελευταία φορά το φέρετρο.
Επιτέλους σχηματίζεται η πομπή.
Προπορεύεται η σημαία του 114, το Κεντρικό Συμβούλιο των Λαμπράκηδων με το Μίκη Θεοδωράκη επικεφαλής, αντιπροσωπείες της νεολαίας, πολιτικοί. Πίσω από το νεκρό οι συγγενείς του κι ύστερα η Αθήνα ολόκληρη.
Σωτήρη Πέτρουλα αηδόνι και
λιοντάρι, βουνό και ξαστεριά.

Σωτήρη Πέτρουλα
σε πήρε ο Λαμπράκης,
σε πήρε η Λευτεριά.
Η πομπή περνάει από την οδό Λένορμαν, από την πλατεία Μεταξουργείου, τη λεωφόρο Αχιλλέως, την Αγίου Κωνσταντίνου:
Σωτήρη Πέτρουλα
οδήγα το Λαό σου,
οδήγα μας μπροστά.
Η τελευταία διαδήλωση του Σωτήρη:
 
Π18
Μάρτυρες, ήρωες οδηγούνε
τα γαλάζια μάτια σου
μας καλούνε.

Κι όταν είδα τον πατέρα του ήρωα, που τον είχαν σηκώσει στα χέρια οι φίλοι του παιδιού του, τον άκουσα να λέει:
"Αδέρφια του παιδιού μου… Ο Σωτήρης ζει… Αγωνισθείτε για το ξερίζωμα του φασισμού… Ο Σωτήρης μου γι’ αυτό θυσιάστηκε… Δεν θέλω να κλαίτε… Εμπρός στον αγώνα για τη Δημοκρατία…”
Κι έτσι με συνεπήρε και μένα το παραλήρημα του κόσμου και πίστεψα μαζί με τον πατέρα του, και πίστεψα μαζί με τον κόσμο, πως ο Σωτήρης δεν πέθανε.
Κι όταν στην οδό Σταδίου, στο σημείο, που όπως θα πει σε λίγο ο Μίκης, οι εχθροί επισήμαναν, απομόνωσαν και σκότωσαν το γελαστό παιδί, τα πλήθη αυθόρμητα παραμέριζαν, αφήνοντας στην άσφαλτο και το πεζοδρόμιο ένα κενό…Τι κενό; Ένα λοφίσκο από κόκκινα γαρίφαλα και τριαντάφυλλα, που ψήλωνε από στιγμή σε στιγμή:
… τα γαλάζια μάτια σου
μας καλούνε.
Κι αντηλαλήσαν τα συνθήματα:
- Ενότητα.

- Ο στρατός με τον λαό.
ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΑΦΝΗ. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΝΕΙΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ.

"Και γιατί όχι; Κι αν χάθηκε μια άνοιξη, στο χέρι τους είναι να την ξαναφέρουν ακόμη πιο μεγάλη και λαμπρή.

Ο Σωτήρης ζει. Ο παλμός της ζωής του μετατράπηκε σε ενέργεια, γίνηκε κινητήρια δύναμη, που εμψυχώνει κι ενθουσιάζει κι εμπνέει και οδηγεί.
 
Π16
Ευλογημένοι όσοι στα μαρμαρένια αλώνια νικούν το Χάρο, όπως ο Σωτήρης Πέτρουλας."
 
 
 
(Τα πλάγια γράμματα είναι μαρτυρίες της ίδιας της μητέρας του.) Τα όσα διαβάσατε ήταν μια πρώτη προσέγγιση στηνιστορία, το έργο και τη θυσία του Σωτήρη Πέτρουλα. Πηγές μας ήταν οι δικοί του άνθρωποι η Μάνα του Σωτήρη καιο αδερφός του Παναγιώτης, συνδικαλιστές της ΑΣΟΕΕ την περίοδο 1974-75 το βιβλίο η "Χαμένη Άνοιξη” του Στρατή Τσίρκα, απ’ όπου και τα αποσπάσματα στις σελίδες 4 – 6, η εφημερίδα "ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ” της Πέμπτης 15 Ιουλίου 1993 . Αφιέρωμα του ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ .
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...